μακιαβελισμός

ο
1. πολιτικό δόγμα και σύστημα που διατύπωσε ο Μακιαβέλι και που βασίζεται στη χρησιμοποίηση όλων τών μέσων εκ μέρους ενός ηγεμόνα, χωρίς ηθικούς φραγμούς, προκειμένου να επιτύχει τους σκοπούς του
2. απαράδεκτη από ηθική άποψη πολιτική
3. δόλιος χαρακτήρας, αδίστακτη και ανέντιμη συμπεριφορά («ο μακιαβελισμός αυτού τού ανθρώπου είναι απίστευτος»).
[ΕΤΥΜΟΛ. < όν. Ιταλού πολιτικού και διανοητή τής εποχής τής Αναγέννησης Machiavelli + κατάλ. -ισμός*. Η λ., στον τ. μακιαβελλισμός, μαρτυρείται από το 1821 στο περιοδικό Μέλισσα].

Dictionary of Greek. 2013.

Look at other dictionaries:

  • μακιαβελισμός — ο 1. η διδασκαλία του Ιταλού ιστορικού και πολιτικού Νικολό Μακιαβέλι (1469 1527). 2. σκέψη και ενέργεια που ακολουθεί τα πολιτικά δόγματα του Νικολό Μακιαβέλι, δηλ. επιδίωξη της επιτυχίας με μηχανορραφίες και δολοπλοκίες, χωρίς ηθικούς φραγμούς …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)

  • μακιαβελικός — ή, ό αυτός που ανήκει ή αναφέρεται στο Νικολό Μακιαβέλι και τις θεωρίες του (βλ. μακιαβελισμός): Χρησιμοποιεί πάντα μακιαβελικά μέσα …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.